Σελίδες

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

ΤΑ ΦΥΛΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ: ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Κώστας Χατζόπουλος 
Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΟΥ  (απόσπασμα)

(…) Η κυβέρνηση δεν άργησε ν’ αλλάξει ο Θώμος Κρανιάς ήρθε τρεχάτος ένα βράδυ στον πύργο με το μήνυμα κι η κυρα-Θώμαινα άρχισε την άλλη μέρα να σιγοετοιμάζεται, πιστεύοντας ότι θα διορίσουν πάλι τον άνδρα της ως έπαρχο.
Απάνω αυτού όμως ήρθε το ανέλπιστο. Η νέα κυβέρνηση κατάργησε τα επαρχεία κι ο Θώμος Κρανιάς έπρεπε να στρέξει να πάει γραμματικός σε νομαρχία.
- Γραμματικός! Αδύνατο! φώναξε και ξαναφώναξε, ενώ η γυναίκα του μουρμούριζε:
- Να ’τανε κάνε διαυτεντής!
(…) Μα όσο έπεφτε το μάτι στα πόδια των παιδιών, όσο έπαιρνε να δυναμώνει το βορια­δάκι της ποταμιάς κι ο μπακάλης να στέλνει να ζητά συχνό­τερα όσα του χρωστούσαν, άρχισε κι η κυρα-Θώμαινα να πέφτει.
Μα η δυσκολία δεν ήτανε μόνο στο πως θα ’πεφτε η μύτη. Κάθε φορά που κόντευε να πείσει τον άντρα της, έβγαινε κεί­νος με το πρόβλημα: Δίχως νοίκι τζάμπα πια, δίχως τυχερά, δίχως πεσκέσια πώς θα τα βγάλουν πέρα έξι νομάτοι με το μιστό ξερό;
Η γνωστικάδα της κυρα-Θώμαινας ξαναβρήκε τη λύση: Να πάει ο άντρας της μοναχός στη θέση του. Αυτή και τα παιδιά με τα λιγοστά που θα τους στέλνει θα οικονομηθούνε καλύ­τερα εδώ στην ερημιά παρά στην πολιτεία όπου θέλουνε λούσα, φορέματα, σπίτι καλό και χώρια δούλα. Εκεί πρέπει να φαίνουνται καθώς αξίζει στη θέση τους και στ’ όνομα της φαμελιάς. Εδώ συνήθισαν, εδώ, όπως και να ζούνε, τους ξέρει και τους τιμά όλος ο κόσμος.
Ο Θώμος Κρανιάς αναγνώρισε τη λογική και με καρδιά θλιμμένη παράτησε τον πύργο του ακροπόταμου και το σκάλισμα στον κήπο. Ο χωρισμός δεν ήταν και για τη γυναίκα του λιγότερο πι­κρός. Μα οι λόγοι που έφερνε στον άντρα της δεν ήταν οι μόνοι που την κάμανε να πάρει τέτοια απόφαση. Η κυρα-Θώμαινα είχε στο νου της και κάτι άλλο· (…)
Ένα πλουσιόπαιδο του τόπου εδώ τριγύριζε τη Φρόσω από καιρό, από τότε που κατοικούσαν ακόμα στο επαρχείο. Στο πρώτο δεν της άρεσε της μάνας. Τη φοβέριξε πως θα της κόψει τα μαλλιά, πως θα βάλει τον πατέρα της να τη λιανίσει, μια μέρα κιόλας που την ξαδιαντράπηκε της άστραψε η ίδια δυο τρεις στα μάγουλα.
Μα σιγά σιγά ήρθε δίχως να το νιώσει σε λογικότερο στοχασμό: Αν η κόρη της δεν κοιτάξει μοναχή της, θα της βρει τον άντρα; Θα τόνε βρει ο πατέρας της στον καφενέ ή θα ’ρθουν από μοναχά τους τα πριτζηπόπουλα να τη γυρέψουν; Τ’ όνομα της φαμελιάς της τίμιο είναι βέβαια κι ακουσμένο κι η κόρη της νοικοκυρά και κοντά στ’ άλλα κι όμορφη, μα καθώς κατάντησε ο καιρός μας όλοι οι γαμπροί ρωτούνε πρώτα πόσα έχει η νύφη. Κι η κόρη της πού να τα βρει; Από το καζάντι του πατέρα της με το επαρχιλίκι, ή από τις πέντε δέκα πεζούλες, που έχει προίκα της η μάνα στο χωριό; Άλλο δεν της μένει λοιπόν παρά πως να μπερδέψει κάποιον με την ομορφιά της και να σιγουρευτεί. Δύσκολα χρό­νια. Οι άλλες δυο κατόπι της αξαίνουνε με το φουρκίδι.
Έτσι στοχαζόταν η κυρα-Θώμαινα κι άρχισε να κλείνει τα μάτια στο αργολάβισμα της κόρης της. Κάποιους φόβους που είχε για το σκοπό του νιου που την τριγυρνούσε, τους σκόρπισε η απόκριση μιας φιλενάδας της, μιας προεστής, που την έβαλε να τον ξετάξει απόξω απόξω:
- Το παιδί έχει καλό στο νου του, ζουρλαίνεται για την επαρχοπούλα και καρτερεί μονάχα να γένει δικαστής κι απέ να τη γυρέψει τίμια από τον πατέρα της. Τώρα φοβάται κιόλας μη δεν του τη δώσει.
- Μη δεν του τη δώσει! είπε μέσα της η επαρχίνα, μα δεν το ξεστόμισε. Η υπεροχή στο σόι της κόρης της, που αναγνώριζε το τέκνο του μπακάλη μ’ όλα τα πλούτη του, της ξύπνησε μέσα της την αρχοντική περηφάνια κι αυτό την έκαμε να πά­ρει αέρα και να μουρμουρίσει μόνο:
- Σαν έρθ' η ώρα, τον πατέρα της τον καταφέρνουμε.
Και περιμένοντας την ώρα αυτή άφησε τον άντρα της να φύ­γει μοναχός. Μα η μοίρα άλλα λογάριαζε. Απάντεχα, πριν να περάσει χρόνος που χωρίστηκε από τον άντρα της, ο άξαφνος θάνατός της τη χώρισε από τα σχέδια και τα όνειρά της.
(…) Κοντά στη θλίψη της χηριάς ξαναβρέθηκε ο Θώμος Κρανιάς μπροστά στο πρόβλημα: Τι να κάμει τα ορφανά; Να τα πάρει μα­ζί του, δύσκολο· να τ’ αφήσει μόνα τους, αποκλεισμένο. Η αδερφή της μακαρίτισσας, που είχε τρέξει στο ψυχομάχημά της από το χωριό, τον έβγαλε από τη στενοχώρια. Προσφέρθηκε να μείνει αυτή προσωρινά με τα παιδιά. Παρηγοριά ανέλπιστη. Μαζί της έμενε στον πύργο κι η σύνταξή της, σύνταξη χήρας λοχαγού. Κι έτσι ο Θώμος Κρανιάς ξαναχωρίστηκε από τα ορφανά του με την καρδιά διπλά ησυχασμένη.
Σε καλά χέρια τ’ άφηνε. Η θεια τους ήτανε γυναίκα όπως την ήθελε. Αν και παντρεμένη είκοσι χρόνια με αξιωματικό, έμεινε στην παλιά συνήθεια και δεν άφησε το σπίτι στο χωριό για ν’ ακολουθήσει τον άντρα της στις πολιτείες. Έτσι απόμεινε η αυστηρή απελέκητη χωριάτισσα, η νοικοκυρά, το άγρυ­πνο μαντρόσκυλο που χρειαζότανε τ’ ορφανεμένο σπίτι.
Όσο ήτανε ζωντανή η γυναίκα του, ο Θώμος Κρανιάς δε σκοτίστηκε ποτέ για τη φαμελιά του. Όχι πως δεν αγαπούσε τη γυναίκα του, ή πως η καρδιά του δεν ένιωθε την πατρική χαρά, μα την έννοια του σπιτιού την είχε όλη απάνω της η μακαρίτισσα. Αυτός είχε σκοτούρες άλλες. Το επαρχείο, την πολιτική κι ακόμα μεγαλύτερη τον κα­φενέ. Ζιαφέτα και χαρτιά ήταν αδυναμίες του μεγαλύτερες από τις σπιτικές μικροχαρές. Είν’ αλήθεια πως με πολλή όρεξη έτρωγε το μπορέκι από τα χέρια της κυρα-Θώμαινας, μα με περσότερη ξεψάχνιζε μια πλάτη αρνιού σε συντροφιά φίλων· μ’ ευχαρίστηση ρουφούσε το κρασί του ζεσταμένο στην πύρα της γωνιάς του επαρχείου, δίπλα στο νυχτέρι της γυναίκας και της κόρης του, χαδεύοντας στα γόνατα του το μικρό Γεσίλα, ωστόσο σα ν’ ανάσαινε η καρδιά του με πιο απόλαψη μέσα στους πνιγερούς καπνούς ενός στενού καμαρινιού στον καφενέ, όταν εύρισκε το ρήγα του μια τέταρτη και σήκωνε την μπάγκα. (…)
Η γυναικαδέρφη, που έμεινε με τα παιδιά, δεν έλαβε αφορμή να επιθυμήσει τις τιμές και τις φροντίδες που παρά­τησε στο χωριό της. Οι προεστές της πόλης κοντά στον ποταμό δεν την αφήσανε μοναχή στη θλίψη της (…) Κι όσο για την καθημερινή ζωή εκεί μέσα, ο πύργος σα ν’ άλλαξε μόνο κυρά και τις κουρτίνες, που βαφήκανε μαύρες για τη λύπη της μακαρίτισσας. Όλα τ’ άλλα ξακολουθήσανε το συ­νηθισμένο δρόμο τους. Η σούπα δεν έπαψε ν’ αυγοκόβεται με τις αγουρίδες της κληματαριάς, ο Γεσίλας να κυνηγά τα σπουρ­γίτια ολόγυρα στις φράχτες, η Μαριώ κι η Κούλα να μη μαζεύουνται από τη γειτονιά κι η Φρόσω να παραμονεύει πίσω από την κουρτίνα το πέρασμα του πλουσιόπαιδου.
Η άνοιξη ξαναήρθε, τα πουλιά κελαδούνε στη μελικοκκιά κι η λαγκαδιά της ποταμιάς γέμισε γαλάζιους ίσκιους. Μαζί τους σέρνεται κει κι ο ίσκιος του πλουσιόπαιδου. Η Φρόσω έλπιζε τώρα πως με τη μαύρη φορεσιά και τη χλομάδα της ορφάνιας θα το αποτρέλαινε και θα το ανάγκαζε να δώσει γλήγορα ένα τέλος.
Η θεια τη βοήθησε. Να κάθεται να κεντά στον κήπο κάτω από τον ίσκιο της μελικοκκιάς πριν να χρονιάσει η μάνα δεν την άφηνε, όμως να πλένει στο γιαλό την έστελνε. Η σύντα­ξή της δεν έφτανε για να πληρώσει πλυστικά κι η δουλειά για τη χωριάτισσα δεν είχε ούτε ντροπή ούτε λυποκράτημα.
Η Φρόσω πετούσε κάτω εκεί τη μαύρη σκέπη κι άφηνε να στράφτουνε στον ήλιο τα μαλλιά. «Κι έφεγγε ο γιαλός κι έλαμπε ο τόπος»
Η σχολάρχαινα άκουσε πρώτη απόμακρα το νυχτερινό τρα­γούδι του πλουσιόπαιδου κι έτρεξε ν’ ανοίξει τα μάτια της χωριάτισσας. Μα ήταν αργά. Τ’ απόμερα της ποταμιάς είχαν προδώσει στη γειτονιά το μυστικό. Μια πολύτροπη γριά βάλθηκε γλήγορα να το σκεπάσει να μη βγει στο φως. Ωστόσο ψιθυρίστηκε και μέσα στην πόλη και το πλουσιόπαιδο χάθηκε κείθε ξαφνικά.
Η θεια κλείδωσε τη Φρόσω στο κατώγι. Της έκοψε τα μαλ­λιά, την ξιπόλυσε και περίμενε να ’ρθει ο πατέρας να της χαρακώσει και να της αλατίσει τα ψαχνά. Μόνο με δικό της δάρσιμο δεν έσβηνε η ντροπή.
Η σχολάρχαινα κι η υπομοιραρχίνα πολεμούνε να την παρη­γορήσουν: «Σαν έρθει ο Κρανιάς, θα λογαριαστεί σαν άρχοντας με τον παλιό μπακάλη». Τέλος την κατάφεραν κι έβγαλε από το κατώγι την ανιψιά. Μα δεν της έβγαλε και τα κουρέλια από το κορμί, δεν της έδωσε ούτε τα ποδήματα, ούτε θέση στο τραπέζι. Θέλει να το βλέπει ο κόσμος πως η αρχόντισσα δεν δέχεται την ατιμία.
Η Φρόσω ξέρει καλά πως … το πλουσιόπαιδο χάθηκε για παντοτινά. Κοιτάζει μόνο πως να γλιτώσει από τη χωριάτισσα. Και περιμένει τον πατέρα να ’ρθει να τη σκοτώσει, όπως τη φο­βερίζουν όλοι κάθε μέρα.
Όταν ήρθε τέλος μια λαμπρή στον πύργο του ο Θώμος Κρανιάς, η χωριάτισσα ξαφνίστηκε. Όχι μόνο δεν έβρισε και δεν έδειρε την κόρη του, μα την αγκάλιασε κιόλας εκεί που τον προσδέχτηκε κάτω στην αυλόπορτα.

Η χωριάτισσα περίμενε τον γαμπρό της να ’ρθει να τρίξει  δόντια και να σπάσει κόκαλα, να γυρέψει ακόμα λόγο κι από αυτή την ίδια πως έκλεισε τα μάτια κι άφησε τη ντροπή να μπει στο σπίτι του. Και τώρα βλέπει μπροστά της έναν πατέρα αδιάφορο, έναν άρχοντα δίχως οργή και δίχως δίψα να εκδικη­θεί ένα γιο μπακάλη, που ατίμασε και καταφρόνεσε το σόι του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου