Σελίδες

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016

3. ΝΕΑ ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΣΧΟΛΗ

3. ΝΕΑ ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΣΧΟΛΗ

ΑΠΟ ΤΟ 1880 ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ αρχίζουν να διαφοροποιούνται και η ποίηση στρέφεται προς άλλες κατευθύνσεις. Ο καινούργιος αυτός προσανατολισμός δεν είναι τυχαίος. Στον οικονομικό και δημόσιο τομέα παρατηρείται αναδιάρθρωση του κράτους από το 1881 με την κυβέρνηση του Χαρίλαου Τρικούπη, με στόχο την εκβιομηχάνιση της χώρας, την ενίσχυση της οικονομίας και την εξυγίανση της δημόσιας ζωής, καθώς επίσης και τη δημιουργία αναπτυξιακών έργων κοινής ωφέλειας, όπως η διάνοιξη του ισθμού της Κορίνθου. Στον εθνικό τομέα το 1881 παραχωρούνταν στην Ελλάδα η Θεσσαλία και η Άρτα, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα και την ανάλογη αύξηση τον πληθυσμού και της καλλιεργήσιμης γης. Στον πνευματικό τομέα, ιδρύονται πολλά σχολεία και εκδίδονται πολλά περιοδικά και εφημερίδες. Παρατηρείται η στροφή προς τη μελέτη τον λαϊκού πολιτισμού και η ανάπτυξη της Λαογραφίας (Νικόλαος Πολίτης) και την άλλη ο αγώνας για την επικράτηση της δημοτικής γλώσσας, κυρίως μετά το 1888, οπότε εκδόθηκε το Ταξίδι μου του Ψυχάρη.

Ήδη στα χρόνια της παρακμής του ρομαντισμού (1870-1880) βοήθεια στην αλλαγή πρόσφερε η έκδοση του φιλολογικού-σατιρικού περιοδικού Ραμπαγάς. Σ' αυτό έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση ο Γεώργιος Δροσίνης, ο Κωστής Παλαμάς, ο Γεώργιος Σουρής, ο Ιω. Πολέμης, που απορρίπτοντας τα ως τότε καθιερωμένα ποιητικά θέματα μάχονταν το ρομαντισμό και το εκφραστικό του όργανο, την καθαρεύουσα.

Ο παρνασσισμός καλλιεργήθηκε στη Γαλλία. Αντιδρώντας στη θεματική του ξεπεσμένου ρομαντισμού αλλά και στο ατημέλητο ύφος και στους υπερβολικούς αισθηματισμούς του:
1.     αναζήτησε την έμπνευσή του στην κλασική παράδοση, κυρίως στον αρχαίο ελληνικό και ρωμαϊκό πολιτισμό
2.     θεώρησε ως ιδανικό την άψογη μορφική εμφάνιση των ποιημάτων. Οι παρνασσιστές α) αγαπούν τον ηχηρό και ρωμαλέο στίχο, β) επιμένουν στην πλούσια ομοιοκαταληξία και γ) αποδίδουν πολύ μεγάλη σημασία στην ανεύρεση και τη χρήση της μοναδικής λέξης, αλλά και στις πολύ έντονες εκρηκτικές εικόνες και φράσεις, οργανωμένες όμως σε αυστηρή ισορροπία.
3.     πρόβαλε ως έμβλημά του την απάθεια με αποτέλεσμα να λείπει από τα ποιήματα η ζωή και η ανθρώπινη τρυφερότητα
ΠΡΟΣΟΧΗ! Οι Έλληνες παρνασσικοί, όσο και αν ακολουθούσαν τους Γάλλους συναδέλφους τους, δεν έφτασαν ποτέ στην τέλεια απάθεια· διατήρησαν αρκετή αισθηματολογία, όχι τόσο με τη ρομαντική έννοια, όσο με την έννοια κάποιας υποκειμενικής στάσης απέναντι στα θέματά τους. Κοντά στην επιμέλεια του στίχου εισάγουν στα ποιήματά τους την καθημερινότητα, την απλότητα στην έκφραση και τη θέρμη της κοινής ομιλίας.

Η ανανεωτική τους προσπάθεια θα συνεχιστεί και κατά την επόμενη δεκαετία (1900-1910). Μετά τον Παλαμά, δύο ποιητικές φυσιογνωμίες, διαμετρικά αντίθετες, δεσπόζουν: ο Άγγελος Σικελιανός (1884-1951) και ο Κ.Π. Καβάφης (1863-1933).



Κωστής Παλαμάς:  Γεννήθηκε στην Πάτρα από γονείς Μεσολογγίτες. Σε ηλικία εφτά χρονών έμεινε ορφανός από μητέρα και πατέρα, οπότε τον πήρε υπό την προστασία του στο Μεσολλόγγι ο θείος του Δημήτριος Παλαμάς. Το 1876 ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει Νομικά· γρήγορα όμως τα εγκατέλειψε για να αφοσιωθεί στην ποίηση. Άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα σε διάφορα έντυπα της εποχής και κυρίως στα πρωτοποριακά φύλλα Ραμπαγάς και Μη χάνεσαι. Ο Παλαμάς είναι ο πιο αντιπροσωπευτικός ποιητής της γενιάς του και ένας από τους κορυφαίους της νέας ελληνικής ποίησης. Δεσπόζει με την έντονη παρουσία του, για πενήντα περίπου χρόνια στην πνευματική ζωή του τόπου. Ο Κωστής Παλαμάς χαρακτηρίσθηκε εθνικός ποιητής. Το έργο του απηχεί τους πόθους και τις απογοητεύσεις, τις ελπίδες και τις ανατάσεις του νέου ελληνισμού κατά την κρίσιμη σε κατακτήσεις και εθνικές περιπέτειες περίοδο των ετών 1880-1922. Ο ποιητής συμμετείχε στους έντονους πνευματικούς αγώνες της εποχής του, όπως π.χ. στον αγώνα των δημοτικιστών για την επικράτηση της εθνικής μας γλώσσας, και άσκησε μεγάλη επίδραση σε συγχρόνους και νεότερους του. Ασχολήθηκε επίσης με την πεζογραφία και το θέατρο και διακρίθηκε ως κριτικός της λογοτεχνίας.




Γεώργιος Σουρής (1853- 1919)
ωμηός

Στν καφεν π᾿ ξω σν μπέης ξαπλωμένος,
το
λιου τς κτνες χόρταγα ρουφ,
κα
στν φημερίδων τ νέα βυθισμένος,
κανέναν δ
ν κοιτάζω, κανέναν δν ψηφ.

Σ μία καρέκλα τνα ποδάρι μου τεντώνω,
τ
λλο σ μίαν λλη, κι λίγο παρεκε
φήνω τ καπέλο, κα ρχιν μ τόνο
το
ς πουργος ν βρίζω κα τν πολιτική.

Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί ορανς ! τί φύσις !
χνίζει μπροστά μου καϊμακλς καφές,
κι
γ κατεμπνευσμένος γι λα φέρνω κρίσεις,
κα
μόνος μου τς βρίσκω μεγάλες κα σοφές.

Βρίζω γγλέζους, Ρώσους, κα ποιους λλους θέλω,
κα
στρίβω τ μουστάκι μ᾿ γέρωχο πολύ,
κα
μέσα στ θυμό μου κατ διαόλου στέλλω
τ
ν διον αυτό μου, κα γίνομαι σκυλί.

Φέρνω τν νον στν Διάκο κα ες τν Καραΐσκο,
κατενθουσιασμένος τ
γένια μου μαδ,
τ
ν λληνα ες λα νώτερο τν βρίσκω,
κι
πάνω στν καρέκλα χαρούμενος πηδ.

Τν φίλη μας Ερώπη μ πέντε φασκελώνω,
πάνω στ τραπέζι τν γρόθο μου κτυπ...
χύθη καφές μου, τ ροχα μου λερώνω,
κι
σες βλαστήμιες ξέρω ρχίζω ν τς π
.


ωάννης Πολέμης (1862-1924)
Τ ζα
Ποτ δ θ πειράξω
τ
ζα τ καημένα,
μ
ν τάχα σν μένα
κι
κενα δν πονον;

Θ τ χαϊδεύω πάντα,
προστάτης τους θα γίνω.
Ποτ
δ θ τ᾿ φήνω
στο
ς δρόμους ν πεινον.

κόμα κι ταν βλέπω
π
ς τ παιδεύουν λλοι,
γ θ τρέχω πάλι
μ
θάρρος σταθερό,

θ προσπαθ μ χάδια
τ
ν πόνο τους ν γιάνω
κι
,τι μπορ θ κάνω
ν
τ παρηγορ.
Γεώργιος Σουρής (1853- 1919)
Από τα σατιρικά του ποιήματα

Δν χω κέφι γι δουλειά,
πάλι μ
δέρνει τεμπελι
κα
κάθομαι στ στρμα...
Βρίσκω τ
σμα μου βαρ
κα
λ᾿ γ δ μ χωρε
κι
ορανς κόμα.

Κακ νομίζω τ καλ
κα
βλέπω μία στ χαμηλ
κα
μία κοιτ πάνω...
Σ
᾿ ατ τν κόσμο τν χαζ
ς μποροσα ν μ ζ
μ
...δίχως ν πεθάνω.
……………………………………………
Δυστυχία σου λλάς,
μ τ τέκνα πο γεννς.
Ελλάς, ρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;
………………………………………….
λληνας δυ δίκαια σκε
πανελευθέρως,
συνέρχεσθαί τε κα
ορεν
ες ποιο θέλει μέρος.







ωάννης Πολέμης (1862-1924)
Τί εναι πατρίδα μας

Τί εναι πατρίδα μας; Μν εν᾿ ο κάμποι;
Μ
ν εναι τ᾿ σπαρτα ψηλ βουνά;
Μ
ν εναι λιος της, πο χρυσολάμπει;
Μ
ν εναι τ᾿ στρα της τ φωτεινά;

Μν εναι κάθε της ρηχ κρογιάλι
κα
κάθε χώρα της μ τ χωριά;
κάθε νησάκι της πο
χν προβάλλει,
κάθε της θάλασσα, κάθε στεριά;

Μν εναι τάχατε τ ρειπωμένα
ρχαία μνημεα της χρυσ στολή,
πο
τέχνη φόρεσε κα τ καθένα
μία δόξα
θάνατη ντιλαλε;

λα πατρίδα μας! Κι ατ κι κενα,
κα
κάτι πού χουμε μς τν καρδι
κα
λάμπει θώρητο σν λιου χτίνα
κα
κράζει μέσα μας: μπρς παιδιά!

 

Κωστής Παλαμάς (1859- 1943), Πατρίδες

ΟΙ ΠΑΤΡΙΔΕΣ, μια σειρά από δώδεκα έξοχα παρνασσιακά σονέτα, κατέχουν σημαντική θέση στην ποίηση του Παλαμά. Πρωτοδημοσιευμένα το 1895, τα συμπεριέλαβε αργότερα ο ποιητής στη συλλογή του Η Ασάλευτη Ζωή (1904). Οι Πατρίδες είναι οι τόποι, όπου πραγματικά έζησε ή ταξίδεψε με την ποιητική του φαντασία. Η Πάτρα, το Μεσολόγγι, η Αθήνα, η Κέρκυρα, το Άγιο Όρος, η Αίγυπτος, το Βυζάντιο, η Γη, οι μυθικές χώρες των υπερβορείων, το αστρικό σύμπαν και ο τελικός προορισμός, παρουσιάζονται στα σονέτα αυτά ως σταθμοί της υπαρξιακής και πνευματικής πορείας του ποιητή. Από αισθητική άποψη στις Πατρίδες η παρνασσιακή τελειότητα της μορφής ισορροπεί με τη στοχαστική και λυρική διάθεση.

[Σαν των Φαιάκων το καράβι...]


Ο ΠΟΙΗΤΗΣ στο ένατο αυτό σονέτο των Πατρίδων, απλώνεται σε διάφορες περιοχές του κόσμου -πατρίδες του κι αυτές, αλλά νοερές- με τις οποίες τον συνδέουν πολλά κοινά. Παρουσιάζεται εδώ, πέρα από τα στενά εθνικά όρια, σαν ένα πνεύμα οικουμενικό.

Σαν των Φαιάκων το καράβ' η Φαντασία
χωρίς να τη βοηθάν πανιά και λαμνοκόποι
κυλάει· και είναι στα βάθη της ψυχής μου τόποι
πανάρχαιοι κι ασάλευτοι σαν την Ασία,

πεντάγνωμοι κι απόκοτοι σαν την Ευρώπη
σα μαύρη γη Αφρική με σφίγγ' η απελπισία,
κρατώ μιαν άγρια μέσα μου Πολυνησία,
και πάντα ένα Κολόμβο παίρνω το κατόπι.

Και τα τεράστια της ζωής και τα λιοπύρια
των τροπικών τα γνώρισα, και με των πόλων
τυλίχτηκα τα σάβανα, και χίλια μύρια

Ταξίδια εμπρός μου ξάνοιξαν τον κόσμον όλο.
Και τι 'μαι; Χόρτο ριζωμένο σ' ένα σβώλο
απάνω, που ξεφεύγει κι απ' τα κλαδευτήρια.


το καράβι των Φαιάκων: πρόκειται για το γοργοτάξιδο καράβι με το οποίο ο Αλκίνοος έστειλε τον Οδυσσέα στην Ιθάκη.πεντάγνωμος: αυτός που έχει πολλές και διαφορετικές γνώμες, πολλές και πλούσιες ιδέες.απόκοτος: παράτολμος, ορμητικός.Πολυνησία: Ωκεανία.ξάνοιξαν: φανέρωσαν, αποκάλυψαν.

ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΣΟΝΕΤΟΥ
§         Έχει πάντα 14 στίχους (δεκατετράστιχο)
§         Αποτελείται από 2 τετράστιχες και 2 τρίστιχες στροφές.
§         Η πρώτοι οχτώ στίχοι (οχτάβα) εισάγουν  ένα πρόβλημα ή θίγουν ένα θέμα και οι επόμενοι έξι εισάγουν τη λύση του προβλήματος  ή  επαναλαμβάνουν  το θέμα που θίγεται επεκτείνοντας το. Ο ένατος στίχος είναι πάντα μεταβατικός, από το πρόβλημα στη λύση. Ο τελευταίος  στίχος συνήθως είναι η κορύφωση του ποιήματος.
§      Η ομοιοκαταληξία είναι διαφόρων ειδών, αν και η σταυρωτή χρησιμοποιείται συχνότερα από κάποια στιγμή και μετά.   Εμφανίζεται σε  ποικίλους συνδυασμούς και είναι πάντα  πλούσια και φροντισμένη.

§          Τα ελληνικά σονέτα είναι γραμμένα σε  ιαμβικό ενδεκασύλλαβο στίχο. 


α1. Το ποίημα ανήκει στην ποιητική φόρμα που ονομάζεται «σονέτο». Αφού μελετήσετε τα χαρακτηριστικά ενός σονέτου, να επιβεβαιώσετε την παραπάνω παρατήρηση.

α2.Να δώσετε έναν δικό σας τίτλο στο ποίημα.

 

β1. Να εντοπίσετε τέσσερα (4) διαφορετικά σχήματα λόγου στο ποίημα.
β2. Ποιες λέξεις ή φράσεις δηλώνουν τις έννοιες α) της ταχύτητας β) της προσήλωσης στην αρχαία  παράδοση γ) της διάθεσης για ανακάλυψη νέων ιδεών δ) της επίγνωσης ότι στην ουσία ο άνθρωπος είναι ασήμαντος.
β3. Πώς αντιλαμβάνεστε το νόημα των δύο τελευταίων στίχων, οι οποίοι έρχονται σε αντίθεση με τους προηγούμενους;  

γ1. Ποια χαρακτηριστικά του ποιήματος μας επιτρέπουν να το εντάξουμε στο ρεύμα του παρνασσισμού;

δ1. Είναι γνωστό ότι ο Παλαμάς δεν ταξίδεψε ποτέ στο εξωτερικό. Πώς μπόρεσε, σύμφωνα με το ποίημα, να γνωρίσει τόσους τόπους; 
δ2. Ποια κοινά χαρακτηριστικά βρίσκει ο ποιητής ανάμεσα σε Ασία, Ευρώπη, Αφρική, Αμερική, Πολυνησία και στον ψυχικό του κόσμο-στην προσωπικότητά του;





 

Κωστής Παλαμάς (1859-1943),

Ο δωδεκάλογος του γύφτου (απόσπασμα από τον Προφητικό)


Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΓΥΦΤΟΥ  δημοσιεύτηκε το 1907. Σ' αυτό ο Γύφτος παρουσιάζεται ως σύμβολο της ελεύθερης, αδούλωτης ψυχής και της δημιουργικής δράσης που δεν υποτάσσεται σε τίποτε, αλλά προχωρεί συνεχώς γκρεμίζοντας τα παλιά και τα σάπια και χτίζοντας τα καινούρια και τα γερά. Ο Προφητικός είναι ο όγδοος από τους δώδεκα λόγους και ο πιο παλιός. Γράφτηκε το 1899, δηλαδή την επαύριο της εθνικής ταπείνωσης του '97 . Σ' αυτόν ο ποιητής, βαθιά πληγωμένος, εκφράζει τη συνείδηση του έθνους του. Το σκηνικό τοποθετείται στο Βυζάντιο και τα γεγονότα μετατρέπονται σε προφητείες. Βλέπουμε στην Πόλη το βασιλιά να διασκεδάζει, να παίρνει μέρος σε αγώνες σαν άλλος Νέρωνας και να αποθεώνεται από τους κόλακες και τους αυλόδουλους. Ο Τούρκος πλησιάζει, αλλά όλοι μένουν αδιάφοροι, παραδομένοι στη διαφθορά. Κανένας δεν ακούει τη φωνή των ακριτών. Ο ποιητής-προφήτης τα βλέπει όλ' αυτά, αγανακτεί και προλέγει το χαμό της πολιτείας. Ο πόνος του για τον ξεπεσμό και το κατάντημα που βλέπει, φτάνει ως τα όρια της απελπισίας και από κει αναδύεται ένα όραμα ελπίδας και αισιόδοξο μήνυμα εθνικής αναγέννησης.

Μες τις παινεμένες χώρες, Χώρα
παινεμένη, θα 'ρθει κι η ώρα,
και θα πέσεις, κι από σέν' απάνου η Φήμη
το στερνό το σάλπισμά της θα σαλπίσει
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση.
Πάει το ψήλος σου, το χτίσμα σου συντρίμμι.
Θα 'ρθει κι η ώρα· εσένα ήταν ο δρόμος
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση,
σαν το δρόμο του ήλιου· γέρνεις· όμως
το πρωί για σε δε θα γυρίσει.
Και θα σβήσεις καθώς σβήνουνε λιβάδια
από μάισσες φυτρωμένα με γητειές·
πιο αλαφρά του περασμού σου τα σημάδια
κι από τις δροσοσταλαματιές·
θα σε κλαίν' τα κλαψοπούλια στ' αχνά βράδια
και στα μνήματα οι κλωνόγυρτες ιτιές.
Και θα φύγεις κι απ' το σάπιο το κορμί,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα,
και δε θα 'βρει το κορμί μια σπιθαμή
μες στη γη για να την κάμει μνήμα,
κι άθαφτο θα μείνει το ψοφίμι,
να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά,
κι ο Καιρός μέσα στους γύρους του τη μνήμη
κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά.
………………………………………………………………………………….
Όσο να σε λυπηθεί
της αγάπης ο Θεός,
και να ξημερώσει μιαν αυγή,
και να σε καλέσει ο λυτρωμός,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!
Και θ' ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,
θα γδυθείς της αμαρτίας το ντύμα,
και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή,
θα σαλέψεις σαν τη χλόη, σαν το πουλί,
σαν τον κόρφο το γυναικείο, σαν το κύμα,
και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα, -
για τ' ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!

α1. Ο Παλαμάς έγραψε για τη μορφή του ποιήματός του « Η μορφή είναι απειθάρχητη και ταιριάζει με τα φυσικά του ήρωα. Ο στίχος είναι ελεύθερος, η ρίμα ακανόνιστη». Να επιβεβαιώσετε τις παραπάνω παρατηρήσεις.

α2. Να δώσετε έναν δικό σας τίτλο στο ποίημα.

 

β1. Ποιο ρηματικό πρόσωπο κυριαρχεί στο ποίημα;  Να σχολιάσετε την επιλογή του ποιητή.  
β2. Να εντοπίσετε (4) τέσσερα διαφορετικά σχήματα λόγου και να σχολιάσετε τον λειτουργικό τους ρόλο.
β3. Ποια στοιχεία συνθέτουν τον προφητικό τόνο του αποσπάσματος;
β4. Να καταγράψετε τις λέξεις ή φράσεις που περιγράφουν -  χαρακτηρίζουν τη Χώρα στο παρελθόν και το παρόν της.


γ1. Το ποίημα έχει ορισμένα χαρακτηριστικά του Παρνασσισμού αλλά και χαρακτηριστικά που το διαφοροποιούν. Να τεκμηριώσετε την παραπάνω παρατήρηση.


δ1. Στο ποίημα διακρίνουμε εύκολα δύο διαφορετικές ψυχικές διαθέσεις του ποιητή. Ποιες είναι αυτές και πώς δικαιολογείται η καθεμιά;
δ2. « Παρά τον απαισιόδοξο τόνο του ποιήματος, ο ποιητής φροντίζει να  δώσει αισιόδοξη προοπτική» : Να τεκμηριώσετε την παραπάνω παρατήρηση με στοιχεία του ποιήματος.




Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

ΟΙ ΦΑΝΑΡΙΩΤΕΣ ΚΑΙ Η ΡΟΜΑΝΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ (1830-1880) (ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ)

2. ΟΙ ΦΑΝΑΡΙΩΤΕΣ ΚΑΙ Η ΡΟΜΑΝΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
(1830-1880)

Όταν στα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα η ποίηση φτάνει σε θαυμάσια επιτεύγματα με το Σολωμό, στην ηπειρωτική Ελλάδα το πρώτο νεοελληνικό κράτος αγωνίζεται να συγκροτηθεί διοικητικά, οικονομικά και πνευματικά. Στην πρώτη του πρωτεύουσα, το Ναύπλιο, και από το 1833 στην Αθήνα, δημιουργείται μια έντονη λογοτεχνική κίνηση, στην οποία παίζουν το σημαντικότερο ρόλο οι Έλληνες λόγιοι που κατέβηκαν στην Ελλάδα από την Κων/λη και τις παραδουνάβιες Ηγεμονίες, γνωστοί ως Φαναριώτες. Αυτοί αποτέλεσαν τον πυρήνα της Αθηναϊκής Σχολής, που είναι η πρώτη λογοτεχνική σχολή του απελευθερωμένου Ελληνισμού και καλύπτει την πρώτη πεντηκονταετία, από το 1830 ως το 1880.
Οι Φαναριώτες είχαν γαλλική παιδεία και εισάγουν στην ελληνική λογοτεχνία τη λόγια γλώσσα (καθαρεύουσα) και το ρομαντισμό, που αυτή την εποχή επικρατεί στη Γαλλία αλλά και γενικότερα στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Ο ρομαντισμός ήταν ένα ευρύτερο πνευματικό φαινόμενο που κυριάρχησε στην Ευρώπη το 19ο αι. Χαρακτηρίζεται κυρίως από τη στροφή προς την αδέσμευτη φαντασία και το συναίσθημα, καθώς και από την επιστροφή στη φύση και στο παρελθόν. Στο χώρο της λογοτεχνίας ο ρομαντισμός χαρακτηρίζεται επίσης από την ελευθερία στη μορφή, σε αντίθεση προς τον κλασικισμό, που διέπεται από αυστηρούς μορφολογικούς κανόνες και ισορροπία λόγου και αισθήματος.
Στην Ελλάδα ο ρομαντισμός βρήκε πρόσφορο έδαφος, καθώς η μίζερη πραγματικότητα του μικρού κρατιδίου (μόλις έφθανε ως την Όθρη) με τα οξύτατα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά προβλήματα, ευνοούσε τη φυγή στους χώρους της φαντασίας ή δημιουργούσε καταθλιπτικές ψυχικές καταστάσεις.

Ο ελληνικός ρομαντισμός της Αθηναϊκής Σχολής διαμορφώνει τα εξής χαρακτηριστικά:
 - στροφή προς το ένδοξο παρελθόν (το αρχαίο και το πρόσφατο)
- χρήση της καθαρεύουσας
- μελαγχολική διάθεση που φτάνει ως την απαισιοδοξία και την έμμονη ιδέα του θανάτου
- προβάλλει τον ανέφικτο έρωτα και παρουσιάζει τη γυναικεία ομορφιά σε εξιδανικευμένη μορφή
- δίνει προέχοντα ρόλο στη φύση, της οποίας η ομορφιά εγκωμιάζεται
- το σκηνικό είναι συνήθως υποβλητικό (νύχτα, φεγγάρι, θάλασσα, νεκροταφεία, τάφοι κ.ά.)
- χαλαρή έκφραση που μερικές φορές φτάνει ως την προχειρολογία
- ύφος πομπώδες

Ο ρομαντισμός εισβάλλει στην Αθηναϊκή Σχολή με τον Οδοιπόρο (1831), ένα πολύστιχο δραματικό ποίημα του Παναγιώτη Σούτσου (1806-1868). Παράλληλα εμφανίζεται και ο αδελφός του Αλέξανδρος Σούτσος (Ο περιπλανώμενος, Τουρκομάχος Ελλάς)· η ποίησή του συχνά αναφέρεται στην πολιτική επικαιρότητα και παίρνει σατιρικό ή πατριωτικό χαρακτήρα. Οι Σούτσοι ήταν Φαναριώτες. Φαναριώτης και συγγενής τους ήταν και ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής. Σύγχρονος με τους παραπάνω είναι ο Γεώργιος Ζαλοκώστας (1805-1858) που γράφει άλλοτε στην καθαρεύουσα και άλλοτε στη δημοτική.
Νεότεροι είναι οι ποιητές Θεόδωρος Ορφανίδης (1817-1886), Ιωάννης Καρασούτσας (1824-1879) και Δημοσθένης Βαλαβάνης (1829-1854).
Ο ρομαντισμός φτάνει στις ακραίες υπερβολές του με τον Δημήτριο Παπαρρηγόπουλο (1843-1873) και τον Σπυρίδωνα Βασιλειάδη (1844-1874). Τα θέματα του πένθους και του θανάτου κυριαρχούν στην ποίησή τους.


Γεώργιος Ζαλοκώστας (1805 – 1858)

Η αναχώρησή της


Ξυπνώ και μου είπαν, έφυγεν η κόρη που αγαπούσα,
          και κατεβαίνω στο γιαλό,
          τη θάλασσα παρακαλώ
          την πικροκυματούσα.

- Εγώ τα πρωτοδέχθηκα τ' αφράτα της τα κάλλη,
          μου είπε ένα κύμα, και γι' αυτό
          με πόθο και με γογγυτό
          φιλώ το περιγιάλι.

- Τα μάτια της, ερώτησα, μην ήταν δακρυσμένα;
          Ένα άλλο κύμα μου μιλεί:
          - Σαν το χαρούμενο πουλί
          επήγαινε στα ξένα.

Το τρίτο κύμα ερώτησα: - Εμέ γιατί ν' αφήση
          να κλαίγω και να λαχταρώ;
          Περνάει το κύμα το σκληρό
          χωρίς να μου μιλήση.

 

α1. Το ποίημα ανήκει στην παραδοσιακή ή στη μοντέρνα ποίηση; Να αναφέρετε τέσσερα (4) χαρακτηριστικά που επιβεβαιώνουν την απάντησή σας.

α2. Να σχολιάσετε τον τίτλο σε σχέση με το περιεχόμενο. Να δώσετε έναν δικό σας τίτλο στο ποίημα.

 

β1. Να σχολιάσετε το ρόλο του διαλόγου στο ποίημα.
β2. Σε ποιους χρόνους βρίσκονται τα ρήματα; Να ερμηνεύσετε τις επιλογές του ποιητή.
β3. Να εντοπίσετε τρία διαφορετικά σχήματα λόγου.


γ1. Ποια χαρακτηριστικά του ποιήματος μας επιτρέπουν να το εντάξουμε στο ρεύμα του ρομαντισμού της Αθηναϊκής Σχολής;


δ1.«Στο ποίημα το ισχυρό ανδρικό πρότυπο της πατριαρχικής κοινωνίας  φαντάζει ανίσχυρο»: Τεκμηριώνεται η παραπάνω παρατήρηση;
δ2. Τι σημαίνει η σιωπή του τρίτου κύματος στην ερώτηση του ποιητή;


Παναγιώτης Σούτσος
(1806-1868)

Ερωτικό

Τι ωραίο φεγγαράκι!
Τι ερωτική βραδιά!
Ήσυχα τ’ αεράκι
παίζει μέσα στα κλαδιά…

Κοίταξε το αηδόνι
μες στα φύλλα πώς πετά,
και στες βρύσες το τρυγόνι,
πώς το ταίρι του ζητά.

Τ’ ανταμώνει, τ’ αγκαλιάζει
με λαχτάρα και χαρά˙
το φιλεί, γλυκοστενάζει
και σαλεύει τα πτερά.

Τι πουλάκια αγαπημένα!
Τι αθώοι στεναγμοί!...
Τέτοιον έρωτα σ’ εμένα,
σκληρή! Δείξε μια στιγμή!

 

α1. Το ποίημα ανήκει στην παραδοσιακή ή στη μοντέρνα ποίηση; Να αναφέρετε τέσσερα (4) χαρακτηριστικά που επιβεβαιώνουν την απάντησή σας.

α2. Να σχολιάσετε τον τίτλο σε σχέση με το περιεχόμενο. Να δώσετε έναν δικό σας τίτλο στο ποίημα.

 

β1. Ποιες εγκλίσεις και ποια ρηματικά πρόσωπα χρησιμοποιούνται στο ποίημα; Να ερμηνεύσετε τις επιλογές του ποιητή.  
β2. Να σχολιάσετε τη στίξη του ποιήματος.
β3. Να εντοπίσετε δύο διαφορετικά σχήματα λόγου.


γ1. Ποια χαρακτηριστικά του ποιήματος μας επιτρέπουν να το εντάξουμε στο ρεύμα του ρομαντισμού της Αθηναϊκής Σχολής;


δ1. Ποιο είναι το θέμα του ποιήματος; Ποια συναισθήματα κυριαρχούν;
δ2. Ποιο πρότυπο άνδρα προβάλλεται στο ποίημα;



Γεωργίου Ζαλοκώστα, (1805 – 1858)

Ο Βοριάς που τ’ αρνάκια παγώνει

1.      
Ήτον νύχτα, εις την στέγη εβογκούσε
o βοριάς, και ψιλό έπεφτε χιόνι.
Τι μεγάλο κακό να εμηνούσε
o βοριάς που τ’ αρνάκια παγώνει;
2.      
Μες στο σπίτι μια χαροκαμένη,
μια μητέρα από πόνους γεμάτη,
στου παιδιού της την κούνια σκυμμένη
δέκα νύχτες δεν έκλεινε μάτι.
3.      
Είχε τρία παιδιά πεθαμένα,
αγγελούδια, λευκά σαν τον κρίνο,
κι ένα μόνο της έμεινεν, ένα,
και στον τάφο κοντά ήτον κι εκείνο.
4.      
Το παιδί της με κλάμα εβογκούσε
ως να εζήταε το δόλιο βοήθεια,
κι η μητέρα σιμά του εθρηνούσε
με λαχτάρα χτυπώντας τα στήθια.
5.      
Τα γογγύσματα εκείνα κι οι θρήνοι
επληγώναν βαθιά την ψυχή μου.
Σύντροφός μου η ταλαίπωρη εκείνη,
αχ, και το άρρωστο ήτον το παιδί μου.
6.      
Στου σπιτιού μου τη στέγη εβογκούσε
o βοριάς, και ψιλό έπεφτε χιόνι.
Αχ, μεγάλο κακό μου εμηνούσε
o βοριάς που τ’ αρνάκια παγώνει.
7.      
Τον γιατρό καθώς είδε, εσηκώθη
σαν τρελλή. Όλοι γύρω εσωπαίναν˙
φλογεροί της ψυχής της οι πόθοι
με τα λόγ’ απ’ το στόμα της βγαίναν.
8.      
«Ω, κακό που μ’ ευρήκε μεγάλο!
Το παιδί μου, γιατρέ, το παιδί μου…
Ένα τό’ χω, δεν μ’ έμεινεν άλλο˙
σώσε μού το και παρ’ την ψυχή μου».
9.      
Κι ο γιατρός με τα μάτια σκυμμένα
πολλήν ώρα δεν άνοιξε στόμα.
Τέλος πάντων-αχ, λόγια χαμένα-
«Μη φοβάσαι, της είπεν, ακόμα».
10. 
Κι εκαμώθη πως θέλει να σκύψη
στο παιδί, και να ιδή το σφυγμό του.
Ένα δάκρυ επροσπάθαε να κρύψη
που κατέβ’ εις τ’ ωχρό πρόσωπό του.
11. 
Στου σπιτιού μας τη στέγη εβογκούσε
ο βοριάς, και ψιλό έπεφτε χιόνι.
Αχ, μεγάλο κακό μας μηνούσε
o βοριάς που τ’ αρνάκια παγώνει.
12. 
Η μητέρα ποτέ δακρυσμένο
του γιατρού να μη νιώση το μάτι,
όταν έχη βαριά ξαπλωμένο
το παιδί της σε πόνου κρεβάτι.

  

 α1. Το ποίημα ανήκει στην παραδοσιακή ή στη μοντέρνα ποίηση; Να αναφέρετε τέσσερα (4) χαρακτηριστικά που επιβεβαιώνουν την απάντησή σας.

α2. Να σχολιάσετε τον τίτλο σε σχέση με το περιεχόμενο. Να δώσετε έναν δικό σας τίτλο στο ποίημα.

 

β1. Στην 8η στροφή χρησιμοποιείται ευθύς λόγος. Να ερμηνεύσετε αυτή την επιλογή του ποιητή.  
β2. Ποιες παρατηρήσεις μπορείτε να κάνετε για τη γλώσσα του ποιήματος;
β3. Να εντοπίσετε τέσσερα διαφορετικά σχήματα λόγου.
  
γ1. Ποια χαρακτηριστικά του ποιήματος μας επιτρέπουν να το εντάξουμε στο ρεύμα του ρομαντισμού της Αθηναϊκής Σχολής;
  
δ1. Ποιο είναι το θέμα του ποιήματος; Ποια συναισθήματα κυριαρχούν;
δ2. Αφού μελετήσετε την 1η, 6η και 11η στροφή, να εντοπίσετε τις διαφοροποιήσεις τους και να τις ερμηνεύσετε. 
δ3. Να σχολιάσετε την τελευταία στροφή του ποιήματος σε 60-80 λέξεις.


Γεώργιος Ζαλοκώστας (1805-1858)
Το φίλημα

-Μια βοσκοπούλα αγάπησα, μια ζηλεμένη κόρη,
κι την αγάπησα πολύ.
Ήμουν αλάλητο πουλί,
δέκα χρονώ αγόρι.

Μια μέρα που καθόμαστε στα χόρτα τ’ ανθισμένα,
-Μάρω, ένα λόγο θα σου πω,
Μάρω, της είπα, σ’ αγαπώ,
τρελαίνομαι για σένα.

Από τη μέση με άρπαξε, με φίλησε στο στόμα
και μου ΄πε: «Για αναστεναγμούς,
για της αγάπης τους καημούς
είσαι μικρός ακόμα».

Μεγάλωσα και την ζητώ...άλλον ζητά η καρδιά της,
και με ξεχνάει τ’ ορφανό...
Εγώ όμως δεν το λησμονώ
ποτέ το φίλημά της.


Αχιλλέας Παράσχος (1838-1895)
Δεν την είδα…

Δεν την ηύρα κι η ήβη μου σβήνει
δεν την ηύρα την κόρην ακόμα.
Όσας είδα, δεν ήτον Εκείνη,
τ’ ουρανού δεν αφήκε το δώμα.

Της ψυχής μου το όναρ εις σχήμα
νέας κόρης δεν είδον...και φθάνει
το φθινόπωρον, φθάνει το μνήμα,
και αυτή, και αυτή δεν εφάνη!

Ω, συχνά εις νεάνιδος θέαν,
«Είν’ αυτή!» η ψυχήν μου εφώνει,
και σιγών εθεώρουν την νέαν,
ευλαβώς κλίνων το γόνυ.

Αλλά φευ! Μετ’ ολίγον δακρύων,
κι ωχρός ως χειμώνος σελήνη,
με λυγμόν εις τα χείλη παιδίων
ανεχώρουν-δεν ήτον Εκείνη!

Όχι, όχι˙ σκιαί ήσαν πλάνης
όσας είδον ονείρου μου θείου˙
δεν εφάνης, ποτέ δεν εφάνης,
ερωμένη αγνού ενυπνίου...


 Θεόδωρος Ορφανίδης (1817-1866)
Από τον Άγιον Μηνά Άσμα Δεύτερον VIII

Την ηγάπων, καθώς αγαπώσι
εις τον κόσμον παν τερπνόν,
ως το ον που τολμά το αγνόν
εις εκστάσεις ο νους να μορφώση.

Και πλησίον της είχον ακούσει
της καρδίας τους πρώτους παλμούς,
της ψυχής τους ηδείς σπαραγμούς
που κι οι άγγελοι ίσως ποθούσι.

Ερασμία, αθώα ως κρίνον
είχε κάλλος σαρκός και ψυχής,
ήτον άρωμ’ αγνής προσευχής,
ήτο φως ηδυπάθειαν χύνον.

Αλλ’ ενώ μας εμέθυον μύρα,
ευτυχίας αφάτου τερπνά,
τραγικά μας επήλθον δεινά,
κ’ η σκληρά μας εχώρισε Μοίρα.

Γεώργιος Ζαλοκώστας (1805-1858)
Εις το φεγγάρι

Χαρά της πρώτης μου ζωής, φεγγάρι αγαπημένο,
συ δεν πονείς, εγώ πονώ˙
γιατί ψηλά στον ουρανό
κρεμιέσαι λυπημένο;

Εσύ που χρύσωνες τη γη κι εμάγευες το κύμα,
γιατί μου ρίχνεις φως πικρό,
σα να φωτάς ένα νεκρό
που κείτεται στο μνήμα;

Φεγγάρι! Στο βασίλειο σου μη κατοικούν αγγέλοι
κι ο άγγελός μου κατοικεί;
Μη, φίλημα πικρό από κει,
την λάμψη σου μου στέλλει;

Το φως σου αν είναι φίλημα, μυστήριο χαμένο
από του γιου μου την ψυχή,
οχ, άκουσέ μου μιαν ευχή,
φεγγάρι αγαπημένο!

Οχ, λάβε αυτόν τον στεναγμό και πε του, δε φοβάται
άλλην ο νους μου συμφορά-
κάθε μου πόθος και χαρά
στο χώμα του κοιμάται.

Αυτά, φεγγάρι, σου ζητώ και πε του, αν σ’ ερωτήση
πότε θα παύσουν οι καημοί,
όταν μια αχτίδα σου χλωμή

την πλάκα μου φωτίση.